ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ, ΔΩΡΟ ΖΩΗΣ

 

Τη μέρα που θα γιόρταζα τα εικοστά πέμπτα γενέθλια μου, θα την περνούσα μόνος στο σπίτι. Δεν ένιωθα ότι είχα την ανάγκη να γιορτάσω με κάποιον μια τέτοια μέρα. Συγκατοικούσα με την κοπέλα μου το τελευταίο διάστημα και μόνο με αυτή περνούσα το χρόνο μου. Δεν κάναμε πολλά πράγματα. Ζούσαμε με τα λεφτά των γονιών μας. Ήμασταν και οι δύο χρήστες ναρκωτικών. Όμως χωρίσαμε λίγες μέρες πριν τα γενέθλια μου, γιατί τσακωνόμασταν συνέχεια το τελευταίο διάστημα και έτσι έπρεπε να δώσουμε ένα τέλος στη σχέση μας. Το σπίτι ήταν δικό μου και έτσι έφυγε εκείνη. Τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου, δεν είχα φίλους, εκτός από κάποια παιδιά που βρισκόμασταν στα κλαμπ, που ήταν και αυτοί χρήστες. Δεν κάναμε πολλή παρέα όμως. Από την οικογένεια μου, είχα απομακρυνθεί εντελώς. Η αδελφή μου και οι γονείς μου με παίρνανε συνεχώς τηλέφωνο για να ρωτήσουνε πως είμαι, αλλά σπάνια τους το απαντούσα.                                                                                                         

Έτσι λοιπόν, εκείνη τη μέρα των γενεθλίων μου, ενώ καθόμουνα στο σαλόνι, χτύπησε το κουδούνι. Δεν ήμουν σε καλή κατάσταση για να ανοίξω στον οποιοδήποτε και έτσι περίμενα να φύγει. Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είδα ένα φάκελο κάτω από την πόρτα. Τον άνοιξα και βρήκα μέσα μια κάρτα γενεθλίων. Ήταν από τη μητέρα μου. «Γιε μου, δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να κάνω για σένα. Δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω. Δεν ξέρω που έχω κάνει λάθος, αλλά να ξέρεις, ότι υποφέρω κάθε μέρα όλο και περισσότερο για την κατάσταση σου. Άνοιξε την πόρτα και θα βρεις ένα δώρο, που είμαι σίγουρη πως θα σου αρέσει. Μου το είχες ζητήσει όταν ήσουνα μικρός, αλλά τώρα είμαι σίγουρη πως το έχεις περισσότερη ανάγκη. Σε αγαπώ, η μαμά.»                 

 Άνοιξα την πόρτα, έχοντας στο μυαλό μου μια ιδέα, για το τι θα αντίκριζα πίσω από την πόρτα. Βρήκα ένα κουταβάκι. Ήταν δεμένο με το λουρί του σε ένα δέντρο, δίπλα από την πόρτα. Το πήρα αμέσως και το έβαλα στο σπίτι. Η μαμά είχε αφήσει και σκυλοτροφή εκεί έξω και του έβαλα να φάει σε ένα πιατάκι. Του έβαλα και λίγο νερό. Κλείδωσα βιαστικά το σπίτι και πήγα στο πιο κοντινό κατάστημα για ζώα και του αγόρασα ότι χρειαζόταν.                                                                                           

 Οι μέρες περνούσαν, η καθημερινότητα μου είχε αλλάξει αρκετά. Είχα αναλάβει τη φροντίδα ενός σκύλου και αυτό με έκανε έστω και λίγο υπεύθυνο. Η σχέση μου όμως με τα ναρκωτικά, παρέμενε ακόμα η ίδια. Μόνο που οι ώρες μου γέμιζαν πιο εύκολα και  το μυαλό μου δεν ήταν επικεντρωμένο συνεχώς στα ναρκωτικά, όμως στα κλαμπ και με κάποιες παρέες στο σπίτι, δεν έλειπαν τα χαπάκια και διάφορα άλλα.               

Η σχέση που είχα αναπτύξει με το σκύλο μου, ήταν μοναδική. Ήμουν ευαίσθητος άντρας και το σκυλί μου, ήταν η αδυναμία μου. Κοιμόμουν αγκαλιά μαζί του και τον φρόντιζα πολύ καλά. Τον έπαιρνα βόλτα τρεις φορές τη μέρα. Ποτέ λιγότερες. Ήταν μια συντροφιά στο σπίτι. Ήταν ένας αληθινός φίλος, που ήξερα πως δεν θα με κρίνει και δεν θα με πληγώσει ποτέ.                                                                                               

Μια μέρα, όταν άνοιξα την πόρτα να φύγω από το σπίτι, ο σκύλος, πριν προλάβω να το καταλάβω, βγήκε έξω. Το κάγκελο της αυλής ήταν ανοικτό. Ο σκύλος εξαφανίστηκε από τη γειτονιά. Ακόμα και να έτρεχα, δεν θα τον προλάβαινα. Όταν συνειδητοποίησα τι έγινε, άρχισα να του φωνάζω για να επιστρέψει. Αυτός τίποτα. Είχε ήδη φύγει. Μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα να ψάχνω στη γειτονιά για να τον βρω. Δεν τον έβλεπα πουθενά. Νύχτωσε και ακόμα ήταν εξαφανισμένος. Αγχώθηκα πολύ για τον αγαπημένο μικρό μου φίλο. Ήταν η συντροφιά μου. Το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Έκανα αναρτήσεις στο διαδίκτυο για να ενημερώσω τους γνωστούς μου, να με βοηθήσουν να τον βρω. Τύπωσα φωτογραφίες του και έγραψα από κάτω το τηλέφωνο μου για να δώσω στην περιοχή που έμενα, έτσι ώστε αν τον δουν να με ειδοποιήσουν. Το πρωί θα πήγαινα να ψάξω ξανά στην περιοχή και θα πήγαινα και στο καταφύγιο των σκύλων , να δω μήπως τον βρήκαν και τον έπιασαν.                   

Ενώ το πρωί, κολλούσα μια φωτογραφία του σκύλου μου σε ένα τοίχο, ένα παιδάκι που φαίνεται έμενε στη γειτονιά, ήρθε και μου είπε πως είδε το σκύλο μου, λίγη ώρα πριν, όταν έπαιζε κρυφτό με τους φίλους του. «Είδαμε αυτό το σκυλάκι στο κοιμητήριο, εδώ πιο κάτω. Διακόψαμε το παιχνίδι μας και του πήραμε λίγο φαγητό και νερό. Δεν κινήθηκε καθόλου από εκεί που ξάπλωνε. Έλα να σου δείξω που είναι», είπε το παιδάκι με ενθουσιασμό.                                                                                                 

Το παιδάκι μου έδειξε το σκύλο μου. Το ευχαρίστησα και αυτό έφυγε ικανοποιημένο. Πήγα να πάρω το σκύλο μου από εκεί που ξάπλωνε. Πρόσεξα πως ξάπλωνε δίπλα από ένα τάφο. Δίπλα από τον τάφο κάποιου που ήξερα. Κάποιου που κάποτε κάναμε παρέα, όταν πήγαινα ακόμα λύκειο. Αυτός είχε πεθάνει από ναρκωτικά. Τρόμαξα. Ο σκύλος μου, ποτέ δεν γνώρισε αυτό το φίλο μου. Είχε πεθάνει πριν πάρα πολύ καιρό. Δεν το πίστευα. Δεν μπορούσε όμως να είναι τυχαίο.                                                     

 Όλη τη μέρα, σκεφτόμουν αυτό που είχε συμβεί. Με έβαλε στη διαδικασία, να σκεφτώ σοβαρά και να αναθεωρήσω κάποια πράγματα. Δεν ξέρω αν ο σκύλος μου είχε τέτοιο ένστικτο, όμως το θεώρησα σημάδι της ζωής. Πήρα την απόφαση μέσα μου, να αντιμετωπίσω τον εθισμό μου στα ναρκωτικά. Θα ήταν μεγάλος αγώνας. Όμως δεν ήθελα να καταλήξω τόσο σύντομα και εγώ, πλάι στον παλιό μου φίλο από το λύκειο. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα, πως τα ναρκωτικά θα με οδηγούσαν σύντομα στο θάνατο.                                                                                                                         

Έπρεπε να αλλάξω τη ζωή μου εντελώς. Αποφάσισα να αφοσιωθώ στο σκύλο μου. Καθημερινά, τον έπαιρνα περισσότερες και μεγαλύτερες βόλτες, εκτός της γειτονιάς. Αυτό με βοήθησε να κοινωνικοποιηθώ. Έκανα γνωριμίες με άτομα, που σύντομα έγιναν φίλοι. Με πλησίαζαν για να χαϊδέψουν το σκύλο μου. Μιλούσα με άτομα που συναντούσα να παίρνουνε και αυτοί βόλτα το σκύλο τους. Άρχισα να γυμνάζομαι γιατί ένιωθα τον οργανισμό μου αδύναμο.                                                                               

Το επόμενο βήμα, ήταν να έρθω ξανά κοντά με την οικογένεια μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω εντελώς τα ναρκωτικά, όμως έμενα όσο πιο μακριά μπορούσα από αυτή την παγίδα. Δεν μπορούσα να είμαι μόνος μου, σε αυτό το δύσκολο αγώνα. Χρειαζόμουν την οικονομική και ψυχολογική στήριξη της οικογένειας μου. Όσο πιο πολύ άφηνα τον οργανισμό μου καθαρό, τόσο βασανιζόμουν από πονοκεφάλους, πόνους στους μυς, σπασμούς στα άκρα και από πολλά άλλα συμπτώματα, που μέρα με τη μέρα διέφεραν.                                                                                                       

Έτσι ένα πρωί, πήγα στο σπίτι, όπου έμεναν οι γονείς μου, με την μικρότερη αδελφή μου. Είχα πολύ καιρό να τους δω. Όταν άνοιξε την πόρτα η μητέρα μου, έβαλε τα κλάματα από χαρά. Χωρίς να πει τίποτα με οδήγησε στην κουζίνα που ήταν ο πατέρας και η αδελφή μου. Το σπίτι, πλημμύριζε από ευτυχία που τους επισκέφτηκα. Καθίσαμε στο τραπέζι και τους ανακοίνωσα την απόφαση μου, να αλλάξω τη ζωή μου. Τους ζήτησα τη βοήθεια, για να κάνω μια νέα αρχή. Τα δάκρυα όλων από συγκίνηση, με έκαναν να καταλάβω τη θετική απάντησή τους.                                                               

Έτσι η οικογένεια μου, με επισκεπτόταν καθημερινά και ήταν δίπλα μου. Χωρίς να χάσουμε χρόνο, κάναμε αίτηση και σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης. Ήμουν αποφασισμένος να αφήσω τον εθισμό μου στο παρελθόν. Και αυτό, χάρις τον σκύλο μου. Χάρη σε αυτό το ζωάκι, αυτή τη ψυχούλα, που μου άλλαξε την καθημερινότητα, που μου θύμισε ότι οδηγούμουν σε βέβαιο θάνατο. Η μητέρα μου, ίσως να ήξερε ακριβώς τι έκανε, όταν έφερε αυτό το σκύλο στη ζωή μου, τον καλύτερο μου φίλο.